Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Συλλάβετέ με!

 
 
Συλλάβετέ με!
Γιώργος Γραμματικάκης

Σας παρακαλώ, συλλάβετέ με. Είμαι ένας υποψήφιος τρομοκράτης. Πριν λοιπόν οδηγηθώ στις πράξεις, που έχω με επιμέλεια σχεδιάσει, κάνω μια τελευταία έκκληση προς όλους: Δεν χρειάζονται πια δισταγμοί, σας παρακαλώ συλλάβετέ με.
Είναι αλήθεια, ότι αυτήν την πορεία ή την κατάληξή της δεν τη φανταζόμουν. Δεν ήταν στις προθέσεις μου. Όταν ακούστηκαν για πρώτη φορά οι λέξεις «κρίση», «δημοσιονομική προσαρμογή», «ελλείμματα», τα πολιτικά κόμματα της χώρας άρχισαν όπως πάντα να αλληλοκατηγορούνται. Δεν φαινόταν όμως να ανησυχεί κανένας. Τη μέρα μάλιστα που ο τότε πρωθυπουργός -μου διαφεύγει προς ώρας το όνομά του- ανακοίνωσε ότι η χώρα «προσφεύγει» στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, θεώρησα ότι μπορεί να ήταν και προς το καλό μας. Το περιβάλλον άλλωστε του διαγγέλματος, αυτό υπονοούσε: Ένα παραδείσιο και μοναχικό ελληνικό νησί, το Καστελλόριζο, αλλά και το αυτάρεσκο ύφος του τότε πρωθυπουργού μας -ξεχνώ τώρα το όνομά του- έπειθαν ότι μια παροδική δυσκολία ήταν όλα, και ότι γρήγορα θα επανερχόταν η εποχή της αμεριμνησίας.
Πόσο λάθος κάναμε, εγώ και οι συνταξιδιώτες μου. Καθώς το πλοίο όδευε προς το Καστελλόριζο, οι κλυδωνισμοί του ολοένα πλήθαιναν, και νερά έμπαιναν ήδη στα αμπάρια και τους διαδρόμους. Το χειρότερο όμως ήταν ότι ο καπετάνιος έμοιαζε να βρίσκεται σε ταραχή και σύγχυση, και δεν έπαυε να υπόσχεται ότι φτάνομε στο Καστελλόριζο· ενώ από δίπλα η αδράνεια των αξιωματικών και του πληρώματος μεγάλωνε την απειλή από τα κύματα. Έτσι ο πανικός οδήγησε κάποια στιγμή στην αλλαγή του καπετάνιου, και άλλα πληρώματα ανέλαβαν τη σωτηρία του σκάφους. Οι κλυδωνισμοί όμως συνεχίστηκαν, και τα νερά εξακολουθούσαν να εισέρχονται ορμητικά. Η φήμη, ότι δεν θα φτάναμε ποτέ στο Καστελλόριζο, άρχισε να γίνεται πια βεβαιότητα.
Πράγματι: Δεν φτάσαμε ποτέ στο Καστελλόριζο. Αντίθετα, μια λαίλαπα χωρίς προηγούμενο έχει σαρώσει τώρα την πατρίδα και τη μοίρα των Ελλήνων. Όχι ότι δεν φταίξαμε, κι ούτε νοσταλγούμε ένα παρελθόν διάτρητο. Δεν ήσαν όμως λίγα και τα επιτεύγματά μας. Άλλη λοιπόν έπρεπε να είναι η Εντολή, και άλλες οι διαδικασίες για να βαδίσει πιο σωστά η χώρα. Τώρα, η φτώχεια και η βαριά σκιά της ανεργίας θερίζουν την καθημερινότητά μας· και από δίπλα τα χιλιάδες κλειστά μαγαζιά, οι χιλιάδες κλειστές ψυχές, οι διαψεύσεις μιας ζωής. Κι ενώ στην ευρωπαϊκή ιδέα είχαμε τα θάρρη μας, για να υπάρξει κάποιο ξέφωτο, εκεί κυριάρχησαν η στυγνή λογική των αριθμών και τα χρονοδιαγράμματα. Καθώς μάλιστα χρειάσθηκε να συμπλεύσουν με το πολιτικό μας σύστημα, που σε κάθε κρίσιμο βήμα έδειχνε την ανεπάρκεια και την κομματική του ιδιοτέλεια, πολλά ήσαν τα δεινά και λίγη η πρόοδος που έζησε η αρχαία μας χώρα. Δεν αξίζει να συνεχίσω: Τώρα και χρόνια βιώνομε ένα θέατρο του παραλόγου, και ο εκφυλισμός των λέξεων και των εννοιών δεν έχει τέλος.
Έτσι λοιπόν, από συνεπής και δημοκρατικός πολίτης, και άνθρωπος -όπως με αποκαλούσαν- των γραμμάτων και των τεχνών, εξελίχθηκα με τον καιρό σε υποψήφιο τρομοκράτη. Λίγο πια με απασχολεί εκείνος ο θίασος, που χρόνια τώρα κατέχει ή ονειρεύεται εξουσίες. Η έγνοια του είναι να διαπληκτίζεται στις τηλεοπτικές οθόνες· και ενώ έπρεπε να επιδιώκει κάποια ενότητα, γιατί πολλοί είναι οι κίνδυνοι που απειλούν τη χώρα, αναλίσκεται σε λόγους διχόνοιας και φανατισμού. Έτσι στρώθηκε ο δρόμος σε δυνάμεις βίαιες και μισαλλόδοξες, που αποτελούν μια μόνιμη απειλή. Όχι, δεν έχω πια ελπίδες, ο δρόμος που επέλεξα εγώ είναι δύσκολος αλλά σωστός.
Γι' αυτό και κάνω αυτήν την έκκληση: Σας παρακαλώ, συλλάβετέ με. Όπως δήλωσα ήδη, είμαι ένας υποψήφιος τρομοκράτης. Δεν έχω μάθει ωστόσο να εκδικούμαι, ούτε γνωρίζω από όπλα και εκρηκτικά. Η ανάγκη μόνον με οδηγεί: Να δω πάλι λίγα χαμόγελα στους δρόμους, να αισθανθώ την ελπίδα να κυκλοφορεί. Με συνοδεύει πάντα η σκέψη εκείνων, που μέσα στη θύελλα άπλωσαν το χέρι τους στους άλλους· και αντλώ το θάρρος μου από όσους κράτησαν -στην παιδεία, την τέχνη, τη ζωή- τις ανάσες της ευθύνης και του ήθους.
Κατάρτισα λοιπόν με επιμέλεια τους στόχους μου, χωρίς προκαταλήψεις αλλά και χωρίς πάθος. Η επόμενη ημέρα με ενδιαφέρει μόνον. Δεν έχω πρόθεση να κρυφτώ, ούτε να αποδράσω, όπως έκαναν πάντα οι θρασύδειλοι του είδους μου. Καθώς εγώ θα οδηγούμαι στις εισαγγελίες και τα κρατητήρια, τι καλύτερο από το να δω την ικανοποίηση στα πρόσωπα, τι πιο σπουδαίο από το να αισθανθώ τις ευχές του κόσμου να με συνοδεύουν.
Είναι βέβαια αλήθεια ότι η διαδικασία της εκδίκησης λίγο με ελκύει. Άλλα ήταν τα όνειρα, και άλλες οι κατευθύνσεις της ζωής μου. Όσο όμως κατάρτιζα με επιμέλεια τους στόχους μου, όλο και πλήθαιναν οι υποψήφιοι προς αφανισμό: Εδώ οι προύχοντες της πολιτικής, από δίπλα εκείνοι που έκρυβαν με ιδιοτέλεια την αλήθεια, παραπέρα οι κοντόφθαλμοι αξιωματούχοι της Ευρώπης, λίγο πιο κάτω οι αξιολογητές και οι μαύρες οθόνες τους, πιο πέρα όσοι δεν δάκρυσαν μπροστά στον άνεργο. Διαρκώς κατέγραφα κατηγορίες και ενόχους. Ενώ όμως έτσι κατέληξα στον τελικό κατάλογο, τον αριθμό και τα ονόματα των στόχων, εξακολουθούσαν πάντα να με βασανίζουν τα κριτήρια μου, διασταύρωνα ξανά και ξανά όσες πληροφορίες είχα. Δεν πρόκειται ωστόσο να μου ξεφύγει ούτε λέξη παραπάνω: Οι ένοχοι αγρυπνούν, κάθε τους κίνηση περιβάλλεται από φρουρούς και προφυλάξεις, φοβούνται ότι το έγκλημά τους θα αποκαλυφθεί, ξέρουν ότι υπάρχουν πάντα -όπως εγώ- υποψήφιοι τρομοκράτες.
Γι' αυτό επιμένω: Η μόνη λύση είναι να συλληφθώ από τις αρμόδιες αρχές. Διότι, όσο και αν κατάρτισα με επιμέλεια τους στόχους μου, οι αμφιβολίες δεν με εγκαταλείπουν. Αν ήσαν αυτοί και όχι άλλοι, αν παρέλειψα ονόματα ή μερικοί δεν φταίνε, ποιοί επιτέλους οδήγησαν τη χώρα σε μια τραγωδία ανείπωτη. Ότι φταίξαμε και εμείς, οι απλοί πολίτες, δεν είναι δύσκολο να το παραδεχθώ· κι αναγνωρίζω ότι έλειψε πολύ η προσωπική ευθύνη. Άλλοι ωστόσο άνοιγαν διάπλατα τον δρόμο του λαϊκισμού, και κολάκευαν διαρκώς τις ψευδαισθήσεις μας.
Ελάχιστα πάντως με απασχολούν οι φήμες, που ισχυρίζονται ότι αύριο τα πράγματα θα είναι καλύτερα, και ότι η λαίλαπα όπου να ‘ναι θα κοπάσει. Θέλω να είμαι κατηγορηματικός: Το εύχομαι, και διπλή θα είναι τότε η χαρά μου. Τα σχέδιά μου όμως δεν πρόκειται να αλλάξουν. Ποιος τότε θα πληρώσει για τους νέους ανθρώπους, που η απόγνωση οδήγησε στα ξένα, πώς θα επιστραφούν τα αγαθά και οι αξίες, που έκλεψε το Άδικο από τους αθώους, με ποια διαδικασία θα αναστηλωθούν τόσες και τόσες ζωές ακυρωμένες; Όχι, οι φήμες ότι θα κοπάσει η θύελλα, δεν με αφορούν, ούτε με επηρεάζουν.
Ο χρόνος όμως της αναμονής έχει ένα τέλος. Είναι λοιπόν καθορισμένη και αμετακίνητη η μέρα, που οι τεχνολογικοί μηχανισμοί μου θα σπείρουν τον όλεθρο και τον αφανισμό. Στη φράση όμως αυτή δεν θα προσθέσω ούτε μια τελεία. Σε τίποτα δεν το ‘χουν οι ισχυροί του κράτους και οι επιτηρητές να ανιχνεύσουν την ημερομηνία αυτή της κάθαρσης, και να κηρύξουν από τώρα γενικό συναγερμό. Άδικος βέβαια κόπος: Οι δικοί μου τεχνολογικοί μηχανισμοί δεν ανιχνεύονται, ούτε έχουν να κάνουν με εκρηκτικά και όπλα. Στηρίζονται αντίθετα σε μια παραλλαγή του τρόπου, που οι αρχαίοι ήξεραν ως εξοστρακισμό. Στην ιδιοφυή αυτή εξέλιξη βοήθησαν τα διδακτορικά και οι επιστημονικές μου γνώσεις, που απέκτησα με επιμονή και μόχθο.
Το δίλημμα βέβαια δεν είναι πια μόνον δικό μου. Εγώ προσφέρθηκα, με ανιδιοτέλεια και αίσθημα ευθύνης, να με συλλάβουν οι αρχές, για να αποφύγουν τις σκληρές συνέπειες οι επόμενοι που έρχονται. Διότι όλο και πληθαίνουν οι Έλληνες, που αισθάνονται ως υποψήφιοι τρομοκράτες. Στις ρημαγμένες τους ζωές δεν χωρούν πια όνειρα, κι ούτε μετρούν οι υποσχέσεις που ακόμα ακούγονται. Υπάρχει μόνον μια αχνή ανάμνηση του Καστελλόριζου, και είναι πολλοί όσοι αναζητούν σιωπηλά τον τρόπο που θα φτάσουν στις ακτές του.
 
Πηγή: Protagon,  9 Ianoyar;ioy 2014
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ellada&id=30709

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Για τον κ. Μιχάλη Λιάπη…





Για τον κ. Μιχάλη Λιάπη…
Κωνσταντίνος Φ. Σισκάκης


Δεν συνηθίζω να γράφω για την φαιδρότητα του πολιτικού συστήματος. Πολύ περισσότερο, με απασχολεί το υπόβαθρο μέσα στο οποίο κινείται αυτό. Δηλαδή, σε απλά ελληνικά, όλοι εμείς, ο ελληνικός Λαός. Το Πολιτικό Σύστημα αυτής της χώρας δεν έχει έρθει από άλλον πλανήτη. Δεν είναι καν κάτι αφηρημένο, όπως –πολύ βολεύει– να πιστεύουμε οι περισσότεροι από μας. Αποτελείται από ανθρώπους που, με βάση δημοκρατικές διαδικασίες (κυριολεκτικά), αναλαμβάνουν να φέρουν σε πέρας αυτό που τους αναθέτω Εγώ. Κι Εσείς, όλοι.
 
Η περίπτωση του κ. Μιχάλη Λιάπη έχει δύο διαστάσεις. Η μία, είναι η ανθρωποφαγική πλευρά των ΜΜΕ. Έχοντας τη δυνατότητα να ανασύρουν από το αρχείο τους ολόκληρη τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, προσφέρουν τελικά στους τηλεθεατές αυτό που προσέφεραν και τα ρωμαϊκά Κολοσσαία! Κυριολεκτικά. Αίμα, προσβολή, διαπόμπευση, και εντέλει την πιο λαϊκιστική πλευρά τους. Χωρίς κανένα τεκμήριο αθωότητας. Έστω, θεωρητικά. Δεν είναι απίστευτο, και δείγμα των νέων ηθών που πρέπει να περιμένουμε, να παρουσιάζονται στα δελτία της Δημόσιας Τηλεόρασης τα tweets του κάθε πικραμένου για τον συγκεκριμένο πολιτικό; Από την Δημόσια Τηλέοραση; Tweets πια και στα δελτία ειδήσεων;
 
Αλλά αυτό είναι το λιγότερο…
 
Το πιο σημαντικό, είναι πως στο πρόσωπο του κ. Μιχάλη Λιάπη, πολύ φοβούμαι, πως ο κάθε 'Ελληνας δεν βλέπει κανέναν άλλον από τον ίδιο τον Εαυτό του. Ο κ. Λιάπης, απλώς, συμπυκνώνει αυτό που είναι για τον καθένα μας το εθνικό σπορ. Η οθωμανική μας αντίληψη σχετικά με το πώς θα ξεφύγουμε και θα ξεγελάσουμε το Κράτος «απατεώνα», «κλέφτη» κλπ. (για το αντίθετο, μια άλλη φορά…). Και ξέρετε, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ηδονή, από το να κατηγορείς το δημόσιο πρόσωπο, που φυσικά φταίει για όλα τα κακά του τόπου, για κάτι που είναι «και δικό σου». Ή για την ακρίβεια, είναι μόνο δικό σου!
 
Κάπως ονομάζεται αυτό στην Ψυχιατρική επιστήμη.

Οικογενειακή Υπόθεση



Εξώστης Θήτα
Γιάννης Γκροσδάνης
Οικογενειακή Υπόθεση (Pozitia copilului / Child’s Pose)


Κοινωνικό δράμα, Ρουμανία, 2013, 112 λεπτά
Σκηνοθεσία: Κάλιν Πέτερ Νέτζερ
Πρωταγωνιστούν: Λουμινίτα Γκεοργκίου, Μπόγκνταν Ντουμιτράς, Νατάσα Ράμπ

Η 60χρονη Κορνήλια παρακολουθεί το γιο της, Μπάρμπου, να προσπαθεί με όλο του το είναι να απογαλακτιστεί. Έχει μετακομίσει, απέκτησε το δικό του αυτοκίνητο, έχει μια κοπέλα που δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της, και το πιο ανησυχητικό απ’ όλα, αποφεύγει τη μητέρα του. Όταν ο Μπάρμπου θα εμπλακεί σε ένα τραγικό δυστύχημα, η μητέρα του ενστικτωδώς θα χρησιμοποιήσει όλες τις τις ικανότητες, τις γνωριμίες και τα χρήματα της για να τον σώσει από την καταδίκη του. Περιμένει να γίνει ξανά το εξαρτημένο παιδί που ήταν. Δεδομένης της κατάστασης του, δεν είναι δύσκολο να γίνει, αλλά υπάρχει μια πολύ λεπτή γραμμή που χωρίζει τη μητρική αγάπη από την ιδιοτελή χειραγώγηση. Θα μπορέσει να τον αφήσει να ξεδιπλωθεί από την εμβρυική του στάση;
Πιστός στο ύφος και στον ρυθμό του νέου ρουμάνικου κινηματογράφου ο Κάλιν Πέτερ Νέτζερ (βραβευμένος το 2009 στη Θεσσαλονίκη για το υπέροχο Medal of Honor) δημιουργεί με όρους απλότητας και ακρίβειας μια δραματική ιστορία με ένταση αλλά χωρίς ξεσπάσματα ή σκηνές εύκολου εντυπωσιασμού. Η κάμερα εστιάζει σταθερά στα πρόσωπα, στα χέρια, στα πόδια των ηρώων για να αποτυπώσει τα βλέματα και τις κινήσεις τους, μικρές λεπτομέρειες που συνηγορούν στην εσωτερική δραματική ένταση της ταινίας. Η οικογένεια της ιστορίας του δεν είναι απλά δυσλειτουργική, έχει πάτερ φαμίλια κι αυτός είναι γένους θηλυκού. Κατά συνέπεια τα αρσενικά της οικογένειας οφείλουν να δείξουν την αφοσίωση τους, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τον γιο της οικογένειας που προσπαθεί μια (ακόμη;) άτολμη και άδοξη προσωπική επανάσταση. Οι εσωτερικές συγκρούσεις, τα χαρακτηριστικά και οι θέσεις των ηρώων της Οικογενειακής Υπόθεσης κρύβουν φυσικά μέσα τους συμβολισμούς και σχολιάζουν με τις ιδιαιτερότητες του μικρόκοσμου τους στοιχεία, προεκτάσεις και ιδιαιτερότητες της ρουμάνικης κοινωνίας.
Η σεναριακή κλιμάκωση θέλει την ταινία να εξελίσσεται απο ένα ταξικό σε ένα οικογενειακό δράμα στην μετά Τσαουσκέσκου ρουμάνικη κοινωνία, στο οποίο ο πλούσιος γιος της νεόπλουτης και αστής μαμάς έχει τον τρόπο για να ξεφυγει χωρίς να πληρώσει για το τροχαίο δυστύχημα που προκάλεσε αλλά αδυνατεί να ξεφύγει απο τον ασφυκτικό έλεγχο της μητέρας του. Η διαφθορά και η κοινωνική ανισότητα αυτού του είδους δεν μας είναι άγνωστη κι ας έχουμε ελάχιστη σχέση ιστορικά με τη μεταπολεμική Ρουμανία, όπως και η εμμονή της μάνας με το γιό της. Η μετάβαση πάντως απο το ταξικό σε ένα οικογενειακό, εξουσιαστικό – σχεδόν δυναστικό - κοινωνικό status οδηγεί αναπόφευκτα και αυτονόητα σε ηθικοδιδακτισμούς με συμπεράσματα ενδιαφέροντα αλλά εν τέλει περιορισμένου βεληνεκούς. Κι αυτός ο περιορισμός είναι που αδυνατίζει την ιστορία στο σύνολο και πιο πολύ τις λεπτομέρειες και τις ιδιαιτερότητες των χαρακτήρων, πόσο μάλλον όταν οφείλουμε να προσέξουμε την κυνική μάνα του σεναρίου ή αν προτιμάτε την χαρισματική πρωταγωνίστρια Λουμινίτα Γκιόργκιου.

Πηγή περιοδικό/μπλογκ: Εξώστης, 12 Δεκεμβρίου 2013
http://www.exostispress.gr/Article/exostis-thita-oikogeneiaki-ipothesi-Pozitia-copilului--Childs-Pose-480#ixzz2o8N5VF6q

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Η θλιμμένη Τζάσμιν




Η θλιμμένη Τζάσμιν
Στέφανος Κασιμάτης


Είναι ο τρόπος με τον οποίο έχει αποδοθεί στη γλώσσα μας ο τίτλος της τελευταίας ταινίας του Γούντι Αλεν, «Blue Jasmin», η οποία παίζεται ακόμη στους κινηματογράφους. Κατά τη γνώμη μου -την ταπεινή, που όμως δεν αντέχω να μην την ξεφουρνίσω-, πρόκειται για την πιο έξυπνη, την πιο προκλητική και, επίσης, την πιο δυσάρεστη πολιτική ταινία που θυμάμαι να έχω δει τον τελευταίο καιρό. Και αν υπάρχει ένας λόγος, για τον οποίο σας απασχολώ κυριακάτικα με τη συγκεκριμένη ταινία, είναι επειδή βρίσκω ότι μας αφορά πολύ περισσότερο από όσο μπορούμε να φανταζόμαστε.
Να σας πω, κατ’ αρχάς, ότι δεν πρέπει να περιμένετε μία ανάλαφρη κωμωδία. Είναι μια πολύ στενόχωρη ταινία, η οποία μάλιστα κάποιες στιγμές γίνεται σχεδόν αφόρητη, κυρίως χάρη στη συγκλονιστική ερμηνεία της Κέιτ Μπλάνσετ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η Τζάσμιν, τέως Τζάνετ, είναι μια κοινή, συνηθισμένη γυναίκα, στην προσωπικότητα της οποίας καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας δεν βλέπουμε τίποτε το ιδιαίτερο. Αυτό που τη διαφοροποιεί από τις αναρίθμητες όμοιές της είναι η ομορφιά, την οποία οφείλει στα γονίδιά της (το θέμα των γονιδίων συνεχώς επανέρχεται στους διαλόγους με την αδελφή της), καθώς επίσης η τύχη. Η εύνοια της τύχης είναι που ανύψωσε την Τζάσμιν στα ουράνια· η δυσμένειά της είναι που την έχει καταβυθίσει στα Τάρταρα.
Εκεί ακριβώς, στα Τάρταρα δηλαδή, γνωρίζουμε εμείς οι θεατές την Τζάσμιν· και τα συνεχή flash-back στο παρελθόν της μας εξηγούν σιγά σιγά την ιστορία της. Υιοθετημένο παιδί η Τζάνετ, όπως είναι το πραγματικό όνομά της, το αλλάζει σε Τζάσμιν, όταν στο τελευταίο έτος του πανεπιστημίου γνωρίζει τον «τέλειο άνδρα» (στον ρόλο ο Αλεκ Μπόλντουιν) και, για χάρη του, παρατάει τα πάντα και τον ακολουθεί. Αυτός, όμορφος, γοητευτικός και πλούσιος, παρασύρει την Τζάσμιν στον σχεδόν εξωπραγματικό κόσμο των πλουσίων του Upper East Side της Νέας Υόρκης και εκείνη αφήνεται ευχαρίστως να παρασυρθεί. Ωσπου, κάποια στιγμή, το FBI μπαγλαρώνει τον γοητευτικό για τις επιχειρηματικές απάτες του, τον στέλνει στη φυλακή όπου αυτός αυτοκτονεί και η Τζάσμιν βρίσκεται κυριολεκτικά στον δρόμο: με ένα κοστούμι Σανέλ και δύο βαλίτσες Λουί Βιτόν. Ο,τι είχε και δεν είχε έχει κατασχεθεί και η μόνη διέξοδός της πλέον είναι να ξαναγίνει Τζάνετ: να καταφύγει, δηλαδή, στην επίσης υιοθετημένη αδελφή της, η οποία εκτός από κακάσχημη είναι ο τυπικός looser της ζωής. (Μόνο τα τερατόμορφα, βλαμμένα και χοντρά παιδάκια της να δείτε, φθάνει για να τη λυπηθείτε...).
Ομως, η γοητεία της ταινίας έγκειται στο ότι η διαρκής αντίστιξη του παρόντος της Τζάνετ και του παρελθόντος της Τζάσμιν θέτει σιγά σιγά, μέσα από την εξέλιξη της πλοκής, το κατεξοχήν πολιτικό ερώτημα: είναι θύμα της ζωής η Τζάνετ/Τζάσμιν ή ευθύνεται και η ίδια και σε ποιον βαθμό; Με άλλα λόγια, είναι οι συνθήκες της «κακούργας κοινωνίας» που μας φέρνουν στην κατάσταση που είμαστε ή ευθυνόμαστε εμείς οι ίδιοι για τις επιλογές μας και τις πράξεις μας;
Η ομορφιά της ταινίας, ως έργου τέχνης, είναι ότι αποφεύγει να δώσει μια ευθεία απάντηση - απάντηση, η οποία, εδώ που τα λέμε, δεν μπορεί να υπάρχει. Αυτό που κάνει όμως είναι, μέσω της ανάπτυξης της ιστορίας της Τζάσμιν και της σταδιακής αποκάλυψης του χαρακτήρα της, να χτίζει συνεχώς το ερώτημα: εμείς ή ο κόσμος; Λυπόμαστε την κακομοίρα Τζάσμιν/Τζάνετ, που προσπαθεί έπειτα από χρόνια να τελειώσει τις σπουδές που κάποτε παράτησε για τη γλυκιά ζωή. Τη λυπόμαστε για την προσπάθεια να αποκτήσει ξανά πραγματικές σχέσεις με πραγματικούς ανθρώπους, οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με το lifestyle της Park Avenue. Κάθε στιγμή όμως που η συμπόνια μας για την Τζάνετ πάει να επικρατήσει, έρχεται η Τζάσμιν από το παρελθόν για να μας τραβήξει πίσω.
Η ανάπτυξη της πλοκής υπηρετεί την απόδειξη του βάθους της ρηχότητας. Σε πηγαίνει, δηλαδή, στο βάθος, μόνο και μόνο για να δεις ότι δεν υπάρχει τίποτε παραπάνω από αυτό που είδες αρχικά κοιτώντας την επιφάνεια. Ωσπου, στο τέλος, αφού έχει χτισθεί το «κατηγορητήριο» εις βάρος της Τζάσμιν, αφού με τα πολλά έχουμε πεισθεί ότι ευθύνεται σε σημαντικό βαθμό για την κατάστασή της (διότι, π.χ., αφήνεται ενσυνειδήτως στην ηδονή της ευζωίας και επιτρέπει στον «γοητευτικό» να φτιάχνει εταιρείες στο όνομά της και άλλα τέτοια), έρχεται η ανατροπή που δεν περιμένουμε. Μας αποκαλύπτεται στο τελευταίο flash-back (συγγνώμη αν σας χαλάω την ταινία, αλλά εγώ θέλω να γράψω το κομμάτι μου...) ότι η Τζάσμιν ειδοποιεί το FBI να συλλάβει τον «γοητευτικό», επειδή την τυφλώνει η ζήλια για το γεγονός ότι αυτός έχει ερωτευθεί μια πιτσιρίκα και σκοπεύει να την παρατήσει. Για τον λόγο αυτό τον καταδίδει, χωρίς να το σκεφθεί δεύτερη φορά.
Καημένη Τζάσμιν! Ασφαλώς, φταίει για ό,τι της έχει συμβεί. Είναι απολύτως υπεύθυνη για την αποτυχία της και τον εκπεσμό της: για την κατάντια της, στο τέλος της ταινίας, όταν τη βλέπουμε να μονολογεί σε ένα παγκάκι στο πάρκο και η διπλανή της να φεύγει διακριτικά φοβούμενη την «τρελή». Ωστόσο, την ίδια στιγμή που της καταλογίζουμε τις ευθύνες για την κατάστασή της, ταυτόχρονα τη λυπόμαστε. Αυτό μπορούσε η κακομοίρα Τζάνετ/Τζάσμιν. Ανόητη και αυτοκαταστροφική, δεν ήταν ικανή για κάτι περισσότερο. Και νομίζω, ξέρετε, ότι αυτή η προσπάθεια εξισορρόπησης λογικής και συναισθήματος, με την οποία μας αφήνει η ταινία, είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να κρίνουμε τα πράγματα. Εν πάση περιπτώσει, είναι ο ασφαλέστερος που γνωρίζω εγώ.

Πηγή: εφημερίδα «Η Καθημερινή», 22 Σεπτεμβρίου 2013
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_22/09/2013_534364

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Post Mortem



Post Mortem
Σκηνοθεσία: Pablo Larraín
Παίζουν: Alfredo Castro, Antonia Zegers, Jaime Vadell, Amparo Noguera
Χιλή, 2010. Διάρκεια: 98΄



Στο χαρακτηριστικά τιτλοφορημένο “Post Mortem,” ο ήρωας, ονόματι Μάριο, ένας εσωστρεφής και εκφραστικά λιτός εργένης πενηντάρης υπάλληλος νεκροτομείου, ερωτοτροπεί με τη Νάνσι, μια ανορεξική και εγωκεντρική γειτόνισσά του, χορεύτρια που μόλις απολύθηκε από ένα καμπαρέ λόγω υπερβολικά λιπόσαρκης εμφάνισης. Αυτό το αλλόκοτο ζευγάρι κινείται σε ένα φτωχικό και σχεδόν έρημο αστικό περιβάλλον, το οποίο, όπως προκύπτει, δεν είναι άλλο από το Σαντιάγο της Χιλής τις ημέρες του στρατιωτικού πραξικοπήματος του 1973. Τόσο ο Μάριο όσο και η Νάνσι εμφανίζονται παντελώς ανεπίδεκτοι πολιτικής επιρροής, κι αυτό παρότι η οικογένεια της Νάνσι έχει πλήρη συμμετοχή στο εργατικό κίνημα. Ο αντίκτυπος των γεγονότων φτάνει σε αυτούς θραυσματικά και δια της τεθλασμένης οδού. Το πραξικόπημα θα βρει τον Μάριο... κοιμώμενο και αργότερα να παίρνει αμέριμνος το μπάνιο του. Όταν θα βγει έξω θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα τοπίο καθημαγμένο και το σπίτι  της Νάνσι λεηλατημένο. Τα πτώματα θα αρχίσουν να συρρέουν με επιταχυνόμενο ρυθμό στο επιταγμένο από το στρατό πλέον νεκροτομείο, ενώ, σε μια κομβική σκηνή, ο Μάριο και η ομάδα του θα κληθούν να εκτελέσουν την νεκροψία σε ένα ιδιαίτερα εξέχον πτώμα, που δεν είναι άλλο απ’ αυτό του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Η μακάβρια οσμή του θανάτου διαχέεται από το νεκροτομείο σε ολόκληρο το φιλμικό σώμα, την θλιβερή μικροαστική ζωή του Μάριο, την νευρασθενική Νάνσι, το μίζερο Σαντιάγο με τα θαμπά, ξεβαμμένα χρώματά του, ακόμα και στους διαδηλωτές στο δρόμο, που μοιάζουν, έτσι ιδωμένοι από την σκοπιά των δυο πρωταγωνιστών, σαν μια συνάθροιση από ζόμπι που μόλις σηκωθήκαν απ’ τους τάφους τους. Καθώς ο ρους της Ιστορίας ξετυλίγεται ασταμάτητος, ο Μάριο βρίσκει την απολιτίκ ουδετερότητά του αρκετά προσήκουσα στις νέες περιστάσεις και επιδεικνύει αξιοπρόσεκτη προσαρμοστικότητα, η σχέση του όμως με τη Νάνσι δε φαίνεται να οδηγεί πουθενά, για να βρει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και αναπάντεχη κατάληξη, που προσδίδει μια σαφέστερη διάσταση στη σχέση μεταξύ προσωπικής και πολιτικής σφαίρας που μοιάζει να βρίσκεται στο θεματικό επίκεντρο της αφαιρετικής και αινιγματικής αυτής ταινίας.

Το “Post Mortem” αποτελεί ουσιαστικά το δεύτερο μέρος της τριλογίας του χιλιανού σκηνοθέτη Πάμπλο Λαραΐν γύρω από την κατάσταση στην πατρίδα του την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας. Το πρώτο ήταν το “Tony Manero”, με τον εξαίσιο πρωταγωνιστή του “Post mortem”  Αλφρέδο Κάστρο να υποδύεται εδώ έναν άνδρα εξίσου αμέτοχο στην πολιτική, ο οποίος είχε εμμονή με τον Τζον Τραβόλτα και το “Saturday Night Fever”. Το τρίτο είναι το “No”, υποψήφιο φέτος για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, με πρωταγωνιστή τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μπερνάλ, στο οποίο το δρόμο για την ανατροπή της χούντας δεν στρώνει η πολιτική δράση, αλλά μια χαζοχαρούμενη διαφημιστική καμπάνια. Είναι σαφές ότι ο Λαραΐν διαγιγνώσκει στην πατρίδα του μια βαθύτερη νοσηρότητα και επιχειρεί να υπερβεί τον καταγγελτικό λόγο συμπατριωτών του σκηνοθετών όπως ο Πατρίσιο Γκουσμάν, ο οποίος βρέθηκε πριν λίγες μέρες στην πόλη μας προσκεκλημένος του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ. Η χούντα στο έργο του Λαραΐν δεν αντιμετωπίζεται απλά σαν ένα εξωτερικά επιβεβλημένο καθεστώς, δεν αποτελεί μόνο μια ξενόφερτη πληγή, παρά συνιστά την πραγμάτωση μιας συναισθηματικής και επικοινωνιακής διάβρωσης που έχει επέλθει εκ των ένδον. Η ακραία λιτότητα, η ζωή χωρίς προοπτικές, ο μικροαστισμός με τα κίβδηλα όνειρά του, η εγγενής βία των ανθρώπινων σχέσεων δημιουργούν το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο οι φυσικοί δρώντες της Ιστορίας, δηλαδή οι λαοί και οι κοινωνικές τάξεις, ναρκώνονται σε βαθμό παράλυσης, οι κοινωνικές σχέσεις σταδιακά και ανεπαίσθητα απορρυθμίζονται, και ο πολιτικός εκφασισμός δεν μπορεί παρά να είναι η φυσική απόληξη. Είναι σαφές ότι η τριλογία του Λαραΐν υπερβαίνει  κατά πολύ την ιστορική αναδίφηση και αξιοποιεί την εμπειρία του παρελθόντος για να μας προσφέρει ένα άκρως επίκαιρο μάθημα. Απαραίτητος όρος για να το εισπράξει ο θεατής είναι να αντιμετωπίσει τις αφηγηματικές ελλείψεις και τους νεκρούς χρόνους της ταινίας σαν ένα παιχνίδι κενών τα οποία καλείται να συμπληρώσει μόνος του. Προαπαιτούμενο δεν είναι κάποια ιδιαίτερη γνώση  της χιλιανής ιστορίας ή της φιλμογραφίας του σκηνοθέτη, αλλά η ανθρώπινη ευαισθησία που πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε αποδέκτη πραγματικής Τέχνης.

****
Κριτική: Άγγελος Γιάννου, 5 Απριλίου 2013
http://videodrome-filmnoir.blogspot.gr/

Θέλω να υπάρχω




ΘΕΛΩ ΝΑ ΥΠΑΡΧΩ
Μισώ το λάκκο μου φθονώ την ακαμψία
την όμορφη νεκρώσιμη
ακολουθία
μισώ την ορατή μυθολογία. τους παπάδες
τη λεχτική τους αθανασία
τους χλοερούς τόπους ψαλτικής αναψύξεως
τρομαχτικά ψέματα
δεν εννοώ να πεθάνω δεν ταιριάζει σε μένα
θα σκίσω τα επιθανάτια σεντόνια
θαν τη δαγκώσω άγρια την άγνωστη νοσοκόμα
τους αμέριμνους γιατρούς
θα ουρλιάξω απόγνωση που δεν ερωτεύτηκε ποτές της
απόκριση
θ’ αναστατώσω το νοσοκομείο
πλην αν πεθάνω ξαφνικά μονάχος μου στο σπίτι
θες η καρδιά θες άχραντο επεισόδιο.
Να μην ξεχάσω όμως κι ας την εύχομαι ο έρμος
την άμυνα της αφασίας
όταν το σώμα μένει μόνο του φευγατίζοντας
την επικατάρατη συνείδηση.
Θρίαμβος ανωριμότητας που με κατατρύχει!

Νίκος Καρούζος

Πηγή: http://poihshkaipoihtes.blogspot.gr/2012/02/blog-post_1317.html